Ο Ζίγκυ είναι στο δωμάτιό του και προσεύχεται γονυπετής.

«Θεέ μου, κάνε να κερδίσω το λαχείο…. Μια φορά μονάχα, δώσε μου μια ευκαιρία …… μονάχα μία. Δεν θέλω να κερδίζω το λαχείο κάθε βδομάδα, αλλά μια φορά αν το κερδίσω, πληρώνω όλα μου τα χρέη, αγοράζω εμπορεύματα, στήνω ένα μαγαζί και αρχίζω να πουλάω. Δεν με νοιάζει αν δεν ξανακερδίσω ποτέ! Με ένα λαχείο λύνω όλα μου τα προβλήματα και κάνω μια καινούρια αρχή. Δώσε μου μια ευκαιρία…. μια …. Τι είναι για σένα μια ευκαιρία……. Δώσε μια και σε μένα, μια φορά μονάχα…. Δεν σου κοστίζει τίποτα…… δώσε μου μια ευκαιρία…. σε ικετεύω Θεέ μου, δώσε μου μια ευκαιρία!»

Προσεύχεται έτσι, κάθε βράδυ, εκατό βράδια συνεχώς.
Εκατό βράδια, γονατιστός προσεύχεται ο Ζίγκυ:
«Σε παρακαλώ, δώσε μου μια ευκαιρία…. δώσε μου μια ευκαιρία….»
Το εκατοστό πρώτο βράδυ, γίνεται το θαύμα:
Μέσα στο δωμάτιο ακούγεται μια φωνή:

«Να σου δώσω μια ευκαιρία, αλλά δώσε μου μια κι εσύ:
Πάρε ένα λαχείο!»

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ «Συν Αθηνά και χείρα κίνει».

Ιωάννα Σοφού